Ἑρμᾶν

Ἑρμῆς
pillar surmounted by bust
masc acc sg (doric)
Ἑρμᾶ̱ν , Ἑρμῆς
pillar surmounted by bust
masc gen pl (epic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρμᾶν — ἑρμάζω steady fut part act masc voc sg (doric aeolic) ἑρμάζω steady fut part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἑρμάζω steady fut part act masc nom sg (doric aeolic) ἑρμάζω steady fut inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ερμάν, Αμπέλ — (Αbel Hermant, Παρίσι 1862 – Σαντιγί 1950). Γάλλος συγγραφέας. Αρχικά έγραψε νατουραλιστικά και ψυχολογικά μυθιστορήματα, όπως τα Ναταλία Μαντορέ (1888) και Σέργιος (1891), για να βρει αργότερα την έκφραση του καλλιτεχνικού του ταλέντου στη… …   Dictionary of Greek

  • Έρμαν, Άντολφ Γιόχαν Πέτερ — (Adolph Johann Peter Erman, Βερολίνο 1854 – 1937). Γερμανός αιγυπτιολόγος. Διετέλεσε διευθυντής του αιγυπτιακού τμήματος του βασιλικού μουσείου του Βερολίνου και καθηγητής της αιγυπτιολογίας στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης (1884 1923). Οι… …   Dictionary of Greek

  • Έρμαν, Γκέοργκ Άντολφ — (Georg Adolph Erman, Βερολίνο 1806 – 1877). Γερμανός φυσικός. Διετέλεσε καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου από το 1839. Ασχολήθηκε με τη γεωφυσική και κυρίως με τον γήινο μαγνητισμό, του οποίου καθόρισε τα στοιχεία, αφού έκανε τον γύρο της… …   Dictionary of Greek

  • Χάιντελ, Έρμαν — (Heidel, 1810 – 1865). Γερμανός γλύπτης. Αρχικά μαθήτευσε στο Μόναχο κοντά στον Σβαντάλερ και η πρώτη του μεγάλη επιτυχία ήταν η προτομή του Μπετόβεν (1839). Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Ιταλία όπου έμεινε 3 χρόνια. Όταν γύρισε εγκαταστάθηκε στο… …   Dictionary of Greek

  • ντοκιμαντέρ — Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από την κινηματογραφική κριτική ως επίθετο. Τον δημιούργησε ο Τζον Γκρίρσον, ο οποίος, το 1926, στην κριτική του για την ταινία Μοάνα του Ρόμπερτ Φλάερτι, που δημοσίευσε στην εφημερίδα Sun της Νέας Υόρκης,… …   Dictionary of Greek

  • αιγυπτιολογία — Η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη του αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού. Στις αρχές της Αναγέννησης, οι γνώσεις για τον αιγυπτιακό πολιτισμό προέρχονταν αποκλειστικά σχεδόν από τα έργα των Ελλήνων κλασικών Ηρόδοτου, Διόδωρου Σικελιώτη, Στράβωνα …   Dictionary of Greek

  • Βέλγιο — Κράτος της βόρειας Ευρώπης, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Συνορεύει Β και ΒΑ με την Ολλανδία, Α με τη Γερμανία, ΝΑ με το Λουξεμβούργο, Ν με τη Γαλλία, ενώ ΒΔ βρέχεται από τη Βόρεια θάλασσα.Το κράτος του Β. (που τα σημερινά σύνορά του σε γενικές… …   Dictionary of Greek

  • Βόλφραμ φον Έσενμπαχ — (Wolfram von Eschenbach, 1170 – 1220). Γερμανός ποιητής. Προερχόμενος από το Έσενμπαχ, κοντά στο Άνσμαχ, συνάντησε, ίσως στην αυλή του τοπικού διοικητή της Θουριγκίας Έρμαν, τον μαικήνα του Βάλτερ φον ντερ Φόγκελβεντε. Πρώτη πηγή για το ποίημά… …   Dictionary of Greek

  • Ησαΐα, Νανά — (1947 –). Ζωγράφος και λογοτέχνης. Σπούδασε στο Ελεύθερο Σπουδαστήριο Καλών Τεχνών (ζωγραφική). Έλαβε μέρος σε πανελλήνιες εκθέσεις με έργα ζωγραφικής, ενώ οργάνωσε με επιτυχία στην Αθήνα την πρώτη ατομική της έκθεση το 1974. Παράλληλα ασχολήθηκε …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.